Πέμπτη, 5 Απριλίου 2018

Ὁ Μάριος, ὁ μυροφόρος καί ὁ ἐπιτάφιος ~ π. Κωνσταντίνος Στρατηγόπουλος

Ὁ Μάριος, ὁ μυροφόρος καί ὁ ἐπιτάφιος
π. Κωνσταντίνος Στρατηγόπουλος

Διήγημα μέσα από: «Το σταυροδρόμι της καρδιάς μου»...


Tό Πάσχα ἐκείνη τή χρονιά ἦρθε ἀργά. Τά χελιδόνια εἶχαν ἤδη ἀρχίσει νά κτίζουν τίς φωλιές τους. Τά χελιδόνια ἦταν πάντοτε ἕνα μέτρο χρονικό. Ἄν ἔφταναν πρίν τό Πάσχα, τότε εἴχαμε καλοκαιριάτικο Πάσχα, ἄν ὄχι, τό Πάσχα ἦταν χειμωνιάτικο. Κανείς βέβαια δέν μπορεῖ νά γνωρίζει γιατί τά χελιδόνια ἔρχονται κάποια στιγμή. Εἶναι, ὅμως, σίγουρο ὅτι ὁ Πλάστης καί Δημιουργός τούς ἔδωσε μιά σοφία, πού εἶναι ἀρκετή γιά νά καταξιώσει τίς κινήσεις τους.


Ὁ Μάριος δέν ἐνδιαφερόταν βέβαια τόσο γιά τά χελιδόνια, ἀλλοῦ ἦταν στραμμένα τά ἐνδιαφέροντά του. Ὁπωσδήποτε, ὅμως, χάρηκε φέτος γιά τό Πάσχα πού γιορταζόταν μαγιάτικα.

Ὁ Μάριος δέν ἦταν κάποια ἔκτακτη προσωπικότητα πού θά ἔκανε κάποιον νά ἀσχοληθεῖ μαζί του. Ἀλλά χωρίς νά τό καταλάβει, εἶχε κάνει ὅλο τό Νιχώρι νά ἀσχολεῖται μαζί του. Σ᾿ αὐτό τό χωριό τοῦ ἄνω Βοσπόρου, ὁ Μάριος κατεῖχε μιά θέση δική του. Μιά θέση μοναδική. Ἦταν ὁ γελωτοποιός τοῦ χωριοῦ. Χωρίς νά τό θέλει. Χωρίς νά τό ἐπιδιώκει. 

Ὅλοι γελοῦσαν μαζί του καί μόνο πού τόν ἔβλεπαν... 

Τόν εἶχαν λίγο γιά χαζό, λίγο γιά κουτό καί λίγο γιά τεμπελάκο, ἀφοῦ δέν ἔκανε μιά συγκεκριμένη ἐργασία. Ἄλλοτε καθάριζε ἕναν κῆπο, ἄλλοτε ἔκανε τά ψώνια κάποιας κυρᾶς. Δουλειές ὅλες τοῦ ποδαριοῦ. Φτωχοζοῦσε. Δέν τόν ἔνοιαζε ὅμως. Ὅλοι γελοῦσαν μαζί του. Τόν πείραζαν. Ἐκεῖνος ποτέ δέν θιγόταν. Πάντα εἶχε καί μιά ἀπάντηση εὐτράπελη, χαριτωμένη.

– Μάριε, θά πᾶς σήμερα γιά ψώνια;

– Ὁ Μάριος δέν πάει ἁπλῶς γιά ψώνια, εἶναι ψώνιο, ἀπαντοῦσε ἐκεῖνος. Τόν ρωτοῦσαν:

– Μάριε, πόσα χρόνια πῆγες σχολεῖο;

– Πηγαίνω κάθε μέρα ἀφοῦ σχολάζω ἀπό κάθε δουλειά, ἔλεγε ἐκεῖνος. Ἄλλοτε τοῦ ὑπέβαλαν τό δύσκολο ἐρώτημα:

– Ποιός εἶναι ὁ πιό σπουδαῖος στό χωριό;

– Ὅποιος κάνει τά πιό σπουδαῖα πράγματα χωρίς νά τόν βλέπει κανείς, ἀπαντοῦσε ἐκεῖνος.

Εἶναι ἀλήθεια πώς αὐτά πού ἔλεγε δέν ἦταν πάντα ἀστεῖα. Ἀλλά τό χωριό εἶχε συνηθίσει νά γελάει. Μόνο ὁ παπά Ἀντώνης, ἐφημέριος τοῦ Ἁγίου Νικολάου, τόν ἄκουε μέ προσοχή. Μερικές φορές, μάλιστα, ἔλεγε ὁ εὐλογημένος αὐτός ἱερέας:

– Αὐτός δέν εἶναι ἠλίθιος. Λέει ἀλήθειες. Ὁ Θεός, βέβαια, γνωρίζει πιό καλά...


Τετάρτη, 4 Απριλίου 2018

«Θανάτου εορτάζομεν νέκρωσιν...» ~ Τοῦ πρωτοπρ. πατρός Γεωργίου Μεταλληνοῦ



«Θανάτου εορτάζομεν νέκρωσιν...»
Τοῦ Πρωτοπρεσβυτέρου π. Γεωργίου Μεταλληνοῦ, Ὁμοτ. Καθηγ. 
Θεολογικῆς Σχολῆς Πανεπ. Ἀθηνῶν


«Ἀνάσταση τοῦ Χριστοῦ, νέκρωση τοῦ Θανάτου»...

(1). Μὲ τὰ ἀπαισιότερα συναισθήματα ἀντιμετωπίζεται συνήθως ὁ θάνατος. Ὁ πολιτισμός μας, γιὰ τὸν ὁποῖο τόσο καυχόμαστε, δὲν μᾶς ἔχει ἐξοικειώσει μὲ τὴν μεγαλύτερη καὶ τραγικότερη πραγματικότητα στὴ ζωή μας, τὸν θάνατο. Οὔτε μᾶς ἔχει συμφιλιώσει μαζί του. Γι᾿ αὐτὸ λείπει στὴ σημερινὴ κοινωνία μία ρεαλιστικὴ φιλοσοφία τοῦ θανάτου. Βέβαια, σ᾿ αὐτὸ συντρέχουν διάφοροι λόγοι. 

Ὁ ὀλιγόπιστος φοβᾶται τὸν θάνατο, διότι βλέπει τὴν ἀνετοιμότητά του νὰ τὸν ὑποδεχθεῖ. Ὁ ἄπιστος ἢ ἄθεος, ποὺ στηρίζει ὅλες τὶς ἐλπίδες του στὸν κόσμο αὐτό, βλέπει τὸν θάνατο σὰν καταστροφή. Γι᾿ αὐτὸ ἀποφεύγει νὰ μιλεῖ γιὰ τὸν θάνατο ἢ χλευάζει τὸν θάνατο, ἀλλὰ στὸ βάθος τὸν φοβᾶται. Ὅπως τὸν φοβοῦνται οἱ οἰκονομικὰ εὔρωστοι, διότι θὰ τοὺς κάμει νὰ χάσουν ὅσα ἔχουν, ἀλλὰ καὶ οἱ προλετάριοι τοῦ κόσμου μας, μολονότι διατείνονται, ὅτι βλέπουν τὸν θάνατο σὰν σωτηρία. Διότι γι᾿ αὐτούς, κυρίως, ἰσχύει ὁ λόγος τοῦ Δ. Σολωμοῦ: «Γλυκειὰ ἡ ζωὴ καὶ ὁ θάνατος μαυρίλα».

(2). Γιὰ τὸν χριστιανό, ὅμως, καὶ μάλιστα τὸν πατερικό, δηλαδὴ τὸν ὀρθόδοξο, τὸ μυστήριο τοῦ θανάτου ἔχει λυθεῖ. Ἡ Σφίγγα τοῦ θανάτου διέκοψε τὴ σιωπή της. Τὸ αἴνιγμα, ποὺ τόσο ἀπασχόλησε τὸ ἀνθρώπινο πνεῦμα καὶ μόνον ἡ σωκρατικὴ - πλατωνικὴ μεγαλοφυΐα μπόρεσε νὰ ψαύσει στὸν «Φαῖδρο», ἔχει πιὰ ἐξιχνιαστεῖ καὶ ἀπομυθευθεῖ. Μένει, βέβαια, καὶ γιὰ τὸν χριστιανὸ ὁ θάνατος «μυστήριο». 

«Ὄντως φοβερώτατον τὸ τοῦ θανάτου μυστήριον» - ψάλλουμε στὴ νεκρώσιμη ἀκολουθία. Τὸ μυστήριο ὅμως δὲν ἔγκειται στὴν ὕπαρξή του, ἀλλὰ στὶς συνέπειές του: «πῶς ἡ ψυχὴ ἐκ τοῦ σώματος βιαίως χωρίζεται!...» 

Ἡ συμμετοχὴ τοῦ πιστοῦ στὸ Πάθος καὶ τὴν Ἀνάσταση τοῦ Χριστοῦ βοηθᾶ στὴν κατανόηση τοῦ μυστηρίου τῆς ζωῆς καὶ τοῦ θανάτου. Ἡ ζωὴ εἶναι δῶρο τοῦ Θεοῦ, ποὺ δημιούργησε τὰ πάντα «ἐξ οὐκ ὄντων» (ἀπὸ τὸ μηδὲν) καὶ μᾶς ἔφερε ἀπὸ τὴν ἀνυπαρξία στὴν ὕπαρξη. Ὁ θάνατος, ἐξάλλου, εἶναι ἔξω ἀπὸ τὴν θέληση τοῦ Θεοῦ. Δὲν εἶναι φυσικὴ κατάσταση, ἀλλὰ συνδέεται μὲ τὸ τραγικὸ γεγονὸς τῆς ἁμαρτίας, τῆς ἀστοχίας τοῦ ἀνθρώπου νὰ μένει στὴν κοινωνία τοῦ Θεοῦ. «Ὁ Θεὸς θάνατον οὐκ ἐποίησεν», «φθόνῳ διαβόλου εἰσῆλθεν θάνατος εἰς τὸν κόσμον». 

Ὁ Θεός ἐπέτρεψε τόν θάνατό μας, «ἵνα μή τό κακόν ἀθάνατον γένηται». Αὐτή εἶναι ἡ θεολογική ἑρμηνεία τοῦ θανάτου ἀπό τούς Ἁγίους μας, τούς ἀληθινούς θεολόγους.

Ἡ ἁμαρτία, ὡς πτωτικό γεγονός, ἀδρανοποίησε καί νέκρωσε, τελικά, τήν ζωή μας, πού εἶναι ἡ ἐνοίκηση τοῦ Θεοῦ στήν καρδιά μας, τό κέντρο τῆς ὕπαρξής μας. Αὐτός ὁ «χωρισμός» ἀπό τήν ἄκτιστη χάρη τοῦ Θεοῦ εἶναι ὁ πνευματικός θάνατος, πού προκάλεσε καί τόν σωματικό - βιολογικό θάνατό μας. 

Στόν πνευματικό θάνατο πρέπει νά ζητηθεῖ ἡ αἰτία καί τοῦ σωματικοῦ θανάτου. 

Θρῆνος, λοιπόν, κατὰ τὴν κήδευση κάποιου ἀγαπητοῦ μας προσώπου («Θρηνῶ καὶ ὀδύρομαι, ὅταν ἐννοήσω τὸν θάνατον...», ψάλλουμε) δὲν συνδέεται μὲ τὸν πρόσκαιρο χωρισμό μας, ἀλλὰ μὲ τὴν αἰτία ποὺ προκάλεσε τὸν θάνατό μας, τὴν ἁμαρτία. Ὁ σωματικὸς θάνατος εἶναι διάσπαση τῆς ἁρμονικῆς σχέσης καὶ συλλειτουργίας ψυχῆς καὶ σώματος, ὡς τὴν Δευτέρα Παρουσία τοῦ Χριστοῦ. Ἡ ἀνθρώπινη σάρκα νεκρώνεται, φθείρεται καί, ἐπιστρέφοντας στὸ χῶμα, διαλύεται. 

Ἡ ψυχὴ ὅμως δὲν φθείρεται οὔτε διαλύεται, διότι ὁ Θεὸς τὴν δημιούργησε πνευματική. Περιμένει τὸ «κέλευσμα» (παράγγελμα) τοῦ Χριστοῦ κατὰ τὴν Δευτέρα Παρουσία τοῦ (Α´ Θεσ. δ´ 16), γιὰ νὰ ξαναενωθεῖ μὲ τὸ ἀναστημένο σῶμα καὶ νὰ ζήσει αἰώνια μαζί Του, σὲ μίαν ἄλλη ζωή, ποὺ θὰ εἶναι ὅμως αἰώνια συνέχεια τῆς γήινης ὕπαρξής μας. 

Ὁ «νόμος τῆς ἀφθαρσίας» ἰσχύει ἀπόλυτα στό δημιουργικό ἔργο τοῦ Θεοῦ. Τίποτε δέν χάνεται ἀπό αὐτό. Γι᾿ αὐτό κάθε στιγμῆς τῆς παρούσας ζωῆς ἔχει γιά τόν χριστιανό σωτηριολογική σημασία, διότι ἀπό τόν τρόπο πού τῇ ζοῦμε, κρίνεται ἡ σωτηρία μας, ἡ κατάστασή μας στή μετά θάνατον ὕπαρξή μας (βλ. Β´ Κορ. στ´ 7).

(3). Ὁ Χριστός, μὲ ὅλο τὸ σωτήριο ἔργο Του, ἐπιφέρει τὴν πλήρη ἄρση ὅλων τῶν συνεπειῶν τῆς πτώσης. Συντρίβει τὴν ἁμαρτία πρῶτα στὴ δική Του ἀναμάρτητη φύση, ποὺ δὲν νικιέται ἀπὸ τὴ θανατηφόρο δύναμη τῆς ἁμαρτίας, ἀλλὰ καὶ πάνω στὸν Σταυρό Του, στὸν ὁποῖο θανάτωσε τὴν δική μας ἁμαρτία, τὴν ἁμαρτία ὅλου του κόσμου (Ἰω. α´ 29). 

Ὁ Θεὸς δὲν ἐνεργεῖ τιμωρητικά, ὅπως ἀπαιτοῦσε ὁ ἀνθρώπινος νόμος, ἀλλὰ ὡς σωτήρας καὶ ἀπελευθερωτὴς τοῦ ἀνθρώπου ἀπὸ τὴ δουλεία τῆς ἁμαρτίας, ὅπως ἐπιβάλλει ὁ δικός Του νόμος. Δὲν τιμωρεῖ, συνεπῶς, τοὺς ἁμαρτωλούς, ὅπως συνέβη μὲ τὸν κατακλυσμὸ στὴν Παλαιὰ Διαθήκη (Γεν. κεφ. η´), ἀλλὰ τὴν ἁμαρτία, 

ὅπως ὁ καλός γιατρός δέν ζητεῖ τόν θάνατο τοῦ ἀσθενοῦς, ἀλλά τῆς νόσου. Γι᾿ αὐτό στή Θεία Λειτουργία ὀνομάζεται ὁ Χριστός «ἰατρός τῶν ψυχῶν καί τῶν σωμάτων ἡμῶν».

Ἡ Ἀνάσταση τοῦ Χριστοῦ εἶναι ἡ κορύφωση τῆς νίκης Του πάνω στὴν ἁμαρτία μας καὶ γι᾿ αὐτὸ νοηματοδοτεῖ ὅλη τὴν ὕπαρξή μας. Ἐνῶ ἡ ἱστορία τοῦ κόσμου βαδίζει πρὸς ἕνα τέλος, ὁ ἄνθρωπος στὸ φῶς τῆς Ἀναστάσεως ἀποδεικνύεται χωρὶς τέλος. Διότι στὸ ὅριο ἱστορίας καὶ μεταϊστορίας βρίσκεται ὁ Νικητὴς τοῦ Θανάτου, ὁ Χριστός, ὁ Ὁποῖος «θανάτῳ ἐπάτησε τὸν Θάνατον» καὶ μεῖς «Θανάτου ἑορτάζομεν νέκρωσιν», τὸν θάνατο τοῦ Θανάτου.

Ὁ θάνατος καὶ ἡ ἀνάσταση τοῦ Χριστοῦ εἶναι ἡ νίκη πάνω στὸν Θάνατο. Ἔξω ἀπὸ τὴν σχέση μας μὲ τὸν Χριστό, ὁ θάνατος γίνεται φοβερὸς καὶ ἀδυσώπητος. Μὲ τὸν ἀναστάντα Χριστὸ ὁ Θάνατος ἀπομυθοποιεῖται. Καταλύεται ἡ παντοδυναμία του (Ἑβρ. β´ 14). Ὁ Χριστὸς κατήργησε τὸ φόβητρο τοῦ θανάτου, ὥστε χριστιανικὰ ὁ θάνατος νὰ νοεῖται ὡς ἡ ἀληθινὴ γέννηση καὶ ἀναμονὴ τῆς κοινῆς ἀνάστασης. 

Κατανοεῖται, ἔτσι, τό παράδοξο: ἐνῶ ὁ «κόσμος» γιορτάζει γενέθλια, ἐμεῖς οἱ χριστιανοί πανηγυρίζουμε τήν «μνήμην», τήν κοίμηση, τῶν Ἁγίων μας. Διότι ἡ ἡμέρα τοῦ θανάτου γιά τόν αὐθεντικά χριστιανό εἶναι ἡ ἀληθινή γέννησή μας («γενέθλιος ἡμέρα») στήν ἀληθινή ζωή.


(4). Ὁ ὀρθόδοξος πιστός, ὅμως, ζεῖ τὶς περίεργες γιὰ τὸν χωρὶς Θεὸ πραγματικότητες, μετέχοντας στὴ ζωὴ τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ σώματος. Δὲν ἀρκεῖ γι᾿ αὐτὸ τὸ τυπικὸ βάπτισμα. 

Χρειάζεται μετοχὴ στὴν ἐν Χριστῷ ζωὴ καὶ ὕπαρξη. Στὰ ὅρια αὐτῆς τῆς ζωῆς ὁ πιστὸς πεθαίνει κάθε στιγμὴ τῆς ζωῆς του, νεκρώνεται, μὲ τὴν ἄσκηση καὶ τὴν πνευματικὴ ζωὴ γιὰ τὸν κόσμο, γιὰ νὰ ζήσει μέσα στὴ Χάρη τοῦ Θεοῦ, ποὺ εἶναι ἡ «αἰώνιος ζωή». Γι᾿ αὐτὸ μας διδάσκουν οἱ μοναχοί μας, οἱ αὐθεντικοὶ πιστοί: «Ἐὰν πεθάνεις, πρὶν πεθάνεις, δὲν θὰ πεθάνεις, ὅταν πεθάνεις»!

Ὁ λόγος τοῦ Χριστοῦ «ὁ πιστεύων εἰς ἐμέ, κἂν ἀποθάνῃ ζήσεται» (Ἰω. ια´ 25) σημαίνει, ὅτι ἡ μέσῳ τοῦ βαπτίσματος καὶ τῆς πνευματικῆς ζωῆς ἕνωσή μας μαζί Του, μᾶς συνδέει καὶ πάλι μὲ τὴν γεννήτρια τῆς ζωῆς, τὴν πηγὴ τῆς ζωῆς, ποὺ εἶναι Αὐτός. Μᾶς ἐπαναφέρει στὴν κοινωνία καὶ σχέση μὲ τὸν Θεό, ποὺ ζωοποιεῖ τὸν θάνατό μας καὶ μεταμορφώνει σὲ Ζωὴ δική Του τὸν καθημερινὸ θάνατό μας. 

Χωρίς νά εἶναι, συνεπῶς, κανείς ζωντανό μέλος τοῦ σώματος τοῦ Χριστοῦ, τῆς Ἐκκλησίας, δέν μπορεῖ νά ζήσει ἀληθινά, νά μετέχει τῆς ζωῆς τοῦ Χριστοῦ. 

Ὁ ἁπλῶς βαπτισμένος ἔχει τὶς δυνατότητες καὶ προϋποθέσεις μετοχῆς στὴ ζωή τοῦ Χριστοῦ, ἀλλὰ δὲν σημαίνει ὅτι μετέχει σ᾿ αὐτήν, ἂν δὲν μετέχει στὴν ἄσκηση καὶ τὴν ἐμπειρία τῶν ἁγίων μυστηρίων. 

«Οὐχ ὅτι ἅπαξ γεγενήμεθα τοῦ σώματος», λέγει ὁ Ἱ. Χρυσόστομος. Δέν τελειώνουν, δηλαδή, ὅλα ὅσον ἀφορᾶ τήν σωτηρία, μέ τό βάπτισμα. Μέ αὐτό ἀρχίζουν. Τό βάπτισμα εἶναι τό ἄνοιγμα τῆς πύλης, ἀλλά πρέπει νά διαβεῖ τήν πύλη κανείς καί νά ζήσει ἐν Χριστῷ.

Οἱ Ἅγιοί μας, μὲ τὰ ἀκέραια καὶ ἄφθαρτα λείψανά τους (π.χ. Ἅγιος Σπυρίδων ἢ ὁ Ἅγιος Γεράσιμος) βεβαιώνουν τὴν ὑπέρβαση τοῦ θανάτου καὶ τῶν συνεπειῶν του (φθορᾶς) ἤδη μέσα στὴ ζωή μας αὐτή, ἀλλὰ καὶ δίνουν μαρτυρία τῆς αἰωνιότητας μέσα στὴν ἱστορία. Βλέποντας τοὺς Ἁγίους μας ὁ ὀρθόδοξος πιστὸς (καὶ αὐτὴ τὴν ἐμπειρία ἔχουμε ἐμεῖς οἱ Ἑπτανήσιοι ἀπὸ μικρὰ παιδιά), οἰκοδομεῖ τὴν δική του φιλοσοφία γιὰ τὸν θάνατο. 

Ἡ νίκη τοῦ Χριστοῦ δίνει τὴν δύναμη, ὥστε νὰ μὴ βλέπει ὁ πιστὸς τὸν θάνατο, ὅπως «οἱ μὴ ἔχοντες ἐλπίδα» (Α´ Θεσ. δ´ 14), ἀλλὰ καὶ νὰ νικᾷ κάθε μορφὴ θανάτου (ἀποτυχίες, ἀρρώστιες, παθήματα). Διότι δὲν δίνει ἀπόλυτο χαρακτήρα στὴ ζωὴ αὐτή. Δέν ἦταν οὔτε μαζοχιστής οὔτε πεισιθάνατος ὁ ἀγιος ἀπόστολος Παῦλος, ὅταν ἔλεγε: «τήν ἐπιθυμίαν ἔχω εἰς τό ἀναλύσαι καί σύν Χριστῷ εἶναι» (θέλω νά πεθάνω καί νά εἶμαι μέ τόν Χριστό», Φιλ. ι´ 23).

Ὁ θάνατος εἶναι γιά τόν ὀρθόδοξο πιστό «μετάβαση» στήν ὄντως ζωή. Ἕνας ὕπνος, πού περιμένει τό ξύπνημα στήν ἀτελεύτητη αἰωνιότητα...

Βέβαια, ὁ ἄνθρωπος δὲν εἶναι ἀπὸ τὴν ἴδια τοῦ τὴν φύση ἀθάνατος. Ἡ ἀθανασία εἶναι χάρισμα τοῦ Θεοῦ στὸν ἄνθρωπο, ὡς πλάσμα Του. Ἀθάνατος εἶναι μόνον ὁ ἄκτιστος (ἀδημιούργητος) Θεὸς (Α´ Τιμ. στ´ 15). 

Ἀθανασία, ἐξάλλου, δέν εἶναι ἡ ἁπλή ἐπιβίωση, ἀλλά ἡ μετοχή στόν «παράδεισο», στή χάρη ἢ βασιλεία τοῦ Θεοῦ. Αὐτό σημαίνει καί ἡ εὐχή μας «αἰωνία ἡ μνήμη». Νά μετέχει, δηλαδή, ὁ πιστός αἰώνια στήν κοινωνία τοῦ Θεοῦ, στή βασιλεία του.

(5). Ἡ Ὀρθοδοξία, μὲ ὅλη τὴν δομή της, προσφέρει στὸν πιστὸ τῇ δυνατότητα συνεχοῦς μετοχῆς στὸν θάνατο καὶ τὴν Ἀνάσταση τοῦ Χριστοῦ. Τὰ μυστήρια λ.χ. εἶναι συνεχὴς πραγμάτωση αὐτὴ τῆς δυνατότητας. Μὲ τὸ βάπτισμα πεθαίνει κανεὶς μὲ τὸν Χριστὸ (Ρωμ. στ´ 3). Γι᾿ αὐτὸ καὶ τὰ πρῶτα βαπτιστήρια, οἱ ὁμαδικὲς «κολυμβῆθρες» τῆς Ἐκκλησίας, εἶχαν συνήθως τὸ σχῆμα σταυροῦ.

Τὸ βαπτιστήριο (ἡ κολυμβήθρα) εἶναι ὁ τάφος τῆς ἁμαρτίας καὶ ἡ «μήτρα» τῆς ἐν Χριστῷ ἀναγεννήσεως. Γι᾿ αὐτὸ οἱ ὀρθόδοξοι τελοῦμε τὸ βάπτισμα μὲ τριπλῆ κατάδυση καὶ ἀνάδυση καὶ ὄχι μὲ ῥαντισμὸ ἢ ἐπίχυση. Ζοῦμε αἰσθητὰ καὶ ὁρατὰ τὸν θάνατο καὶ τὴν ἀνάστασή μας. 

Ἡ Μετάνοια ἢ Ἐξομολόγηση εἶναι καί αὐτή θάνατος (τῆς ἁμαρτίας μας) καί ἀνάστασή μας στή νέα ζωή τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ σώματος. 

Γι᾿ αὐτό εἶναι τόσο ἀναγκαῖο αὐτό τό μυστήριο, ὅπως καί ἡ ὁλοκλήρωσή του, ἡ Θεία Εὐχαριστία, ἡ μετοχή στή νίκη καί τῇ δόξα τοῦ ἀναστημένου Χριστοῦ, πού βρίσκεται στά δεξιά τοῦ Πατρός, ὅπου μέ τήν Ἀνάληψή του ἀνέβασε τήν ἀναγεννημένη φύση μας. 

Ἂν καὶ τὰ ἄλλα μυστήρια (Εὐχέλαιο, Γάμος, Ἱερωσύνη π.χ.), προσφέρουν τὴν ἴδια δυνατότητα. Ὁ γάμος λ.χ. εἶναι ἐνσωμάτωση τῆς νέας ζωῆς τοῦ ζεύγους στὸ σῶμα τοῦ Χριστοῦ, ὥστε καὶ στὴν εἰδικὴ αὐτὴ ὄψη τῆς ζωῆς τους νὰ ζοῦν τὸ ἴδιο μυστήριο τοῦ θανάτου τῆς ἁμαρτίας καὶ τῆς συνεχοῦς ἀναστάσεώς τους σὲ μία ζωή, στὴν ὁποία Κύριος εἶναι μόνον ὁ Χριστός. Γι᾿ αὐτὸ - ἂν θέλουμε νὰ δοῦμε τὰ πράγματα στὴν ἀληθινή τους ὄψη - ὁ πολιτικὸς γάμος εἶναι μὲν νόμιμος, ἀλλὰ δὲν μπορεῖ νὰ ἐξισωθεῖ μὲ τὸ μυστήριο, διότι πραγματοποιεῖ μὲν ἕνα «νομικὸν συνάλλαγμα», ἀλλὰ δὲν μᾶς εἰσάγει στὴ ζωὴ τῆς Χάρης.

Συχνά, ὅταν μᾶς ὑποβάλλεται τὸ ἐρώτημα, τί ἔχει νὰ προσφέρει ἡ Ἐκκλησία στὴν ἀντιμετώπιση τῆς κάθε κοινωνικῆς δυσλειτουργίας, ἡ ἀπάντησή μου εἶναι μία: ἡ Ἐκκλησία, ὡς σῶμα Χριστοῦ, δὲν μοιράζει ἀσπιρίνες στοὺς πονοκεφάλους τοῦ κόσμου.


Εἰσάγει σέ μία ζωή, πού δίνει τήν δυνατότητα στόν πιστό ἄνθρωπο νά νικᾶ συνεχῶς τόν κάθε θάνατό του καί νά ὁμολογεῖ ὅπως στόν Ἀπ. Παῦλο: «ὡς ἀποθνήσκοντες καί ἰδού ζῶμεν», «φαινόμαστε σάν νά πεθαίνουμε, καί ὅμως ζοῦμε», (Β´ Κορ. στ´ 9).

Τὸ μεγαλύτερο γεγονὸς τῆς Ἱστορίας: Ἡ Ἀνάσταση τοῦ Χριστοῦ. Εἶναι αὐτὸ ποὺ διαφοροποιεῖ τὸν Χριστιανισμὸ ἀπὸὁποιαδήποτε ἄλλη θρησκεία. Οἱ ἄλλες θρησκεῖες ἔχουν ἀρχηγοὺς θνητούς, ἐνῶ κεφαλὴ τῆς Ἐκκλησίας εἶναι ὁ Ἀναστημένος Χριστός. 

«Ἀνάσταση τοῦ Χριστοῦ» σημαίνει θέωση καί ἀνάσταση τῆς ἀνθρώπινης φύσεως καί ἐλπίδα τῆς θέωσης καί ἀνάστασης τῆς δικῆς μας ὑποστάσεως. 

Ἀφοῦ βρέθηκε τό φάρμακο, ὑπάρχει ἐλπίδα ζωῆς...

Διά τῆς Ἀναστάσεως τοῦ Χριστοῦ ἀποκτᾶ ἄλλο νόημα καί ἡ ζωή καί ὁ θάνατος. Ζωή σημαίνει κοινωνία μέ τόν Θεό. Δέν εἶναι πλέον θάνατος τό τέλος τῆς παρούσας ζωῆς, ἀλλά ἡ ἀπομάκρυνση τοῦ ἀνθρώπου ἀπό τόν Χριστό.

Ὁ χωρισμός τῆς ψυχῆς ἀπό τό σῶμα δέν εἶναι θάνατος, ἀλλά προσωρινός ὕπνος.

Ἡ Ἀνάσταση τοῦ Χριστοῦ δικαιώνει τήν μοναδικότητα καί ἀποκλειστικότητά Του ὡς Σωτήρα, ἱκανοῦ νά ζωοποιήσει ἀληθινά, νά μεταγγίσει τήν καταλύτρια τοῦ θανάτου Ζωή Του στή φθαρτή ζωή μας.

Ἕνας ὁ Χριστός, μία ἡ Ἀνάσταση, μία καί ἡ δυνατότητα σωτηρίας - θέωσης.

Γι’ αὐτό καί προσανατολίζεται στόν Χριστό ἡ προσδοκία γιά τήν ὑπέρβαση τῶν ἀδιεξόδων, πού συμπνίγουν τήν ζωή μας. Στόν Χριστό τῶν Ἁγίων, τόν Χριστό τῆς Ἱστορίας. 

Ὁ ἀλλοιωμένος «Χριστὸς» τῶν αἱρέσεων ἢ ὁ «σχετικοποιημένος» Χριστὸς τοῦ θρησκειακοῦ συγκρητισμοῦ τῆς νεοεποχικῆς πανθρησκείας συνιστᾶ ἀπόρριψη τοῦ ἀληθινοῦ Χριστοῦ καὶ τῆς προσφερόμενης ἀπὸ Αὐτὸν Σωτηρίας. Ὁ Χριστὸς τῶν Ἁγίων μας εἶναι ὁ Χριστὸς καὶ τῆς Ἱστορίας καὶ ἀποκλείει κάθε σύγχυσή Του μὲ ὁποιαδήποτε λυτρωτικὰ ὑποκατάστατα ποὺ ἐπινοοῦνται γιὰ τὴν παραπλάνηση τῶν μαζῶν.

Διότι μόνο ἔτσι μπορεῖ ἡ πλάνη νά συντηρεῖ τήν ἀπάτη, διευκολύνοντας τήν κυριαρχία ἀντίχριστων δυνάμεων (πού ἔχουν εἰσχωρήσει ἀκόμα καί στήν Ἐκκλησία) καί σκορπίζουν μέν τόν θάνατο, ἀλλά ἐμφανίζονται ὡς «ἄγγελοι φωτός» καί «διάκονοι δικαιοσύνης». 

Μέσα ἀπὸ τὴν ἐμπειρία τῶν Ἁγίων μας συνειδητοποιοῦμε ὅτι δὲν ὑπάρχουν τραγικότερες ὑπάρξεις ἀπὸ τοὺς «μὴ ἔχοντας ἐλπίδα» – ἐλπίδα ἀνάστασης, βλέποντας τὸν βιολογικὸ θάνατο ὡς καταστροφὴ καὶ τέλος.

Σ’ αὐτὴ τὴν τραγικότητα ὑποκύπτει δυστυχῶς καὶ ἡ ἐπιστήμη, ἀναζητώντας ἀπεγνωσμένη μεθόδους γιὰ παράταση τῆς ζωῆς καὶ μεταδίδοντας τὴν ψευδαίσθηση ὑπερνίκησης τοῦ φυσικοῦ θανάτου. Ἐξ ἴσου ὅμως τραγικοὶ εἶναι καὶ ὅσοι – ἀκόμη καὶ Χριστιανοὶ – παγιδεύονται στὰ στεγανὰ χιλιαστικῶν ὁραμάτων καθολικῆς εὐημερίας καὶ ἐνδοκοσμικῆς ἐσχατολογίας, χάνοντας τὸ ἀληθινὸ νόημα τῆς Ἀνάστασης καὶ θυσιάζοντας τὸ ὑπερκόσμιο στὸ ἐνδοκομικὸ καὶ τὸ αἰώνιο στὸ πρόσκαιρο.

Ἡ Ἀνάσταση τοῦ Χριστοῦ ὡς ἀνάσταση καί τοῦ ἀνθρώπου καί σύνολης τῆς κτίσης ἀποκτᾶ νόημα μόνο στό πλαίσιο τῆς Ἁγιοπατερικῆς σωτηριολογίας. Στή συσταύρωση δηλαδή καί συνανάσταση μέ τόν Χριστό.

Ἔτσι βιώνει τὴν Ἀνάσταση καὶ ὁ Ἑλληνισμὸς στὴν ἱστορική του πορεία. Πιστὴ στὴν Ἀνάσταση τοῦ Χριστοῦ ἡ Ὀρθοδοξία, ἔχει χαρακτηριστεῖ «Ἐκκλησία τῆς Ἀναστάσεως», διότι οἰκοδομεῖ ἐκεῖ ὅλη τὴν ἱστορική της παρουσία, ἐμβολιάζοντας στὴ συνείδηση τῶν Λαῶν της τὴν ἀναστάσιμη ἐλπίδα, κάτι ποὺ φανερώνεται στὴν πολιτιστική της συνέχεια.

Ἀνάμεσά τους καὶ ὁ Ἑλληνικὸς Λαὸς ἔμαθε νὰ διαλύει στὸ Φῶς τῆς Ἀνάστασης τὰ σκοτάδια τῆς δουλείας του, ὅπως στὴν Τουρκοκρατία, ὅταν στὸ «Χριστὸς Ἀνέστη» δὲν ἀπόσταινε νὰ προσθέτει: «καὶ Ἑλλὰς ἀνέστη!» Καὶ αὐτὸ γιὰ τετρακόσια χρόνια… Σὲ αὐτὸ τὸ νοηματικὸ πλαίσιο κινεῖται ἡ ἐλπιδοφόρα ἐκείνη πρόσκληση: «Δεῦτε λάβετε Φῶς!».

Εἶναι ἡ πρόσκληση στό ἀναστάσιμο ἄκτιστο Φῶς, πού τό δέχονται ὅσοι ἔχουν καθαρίσει τήν καρδιά τους ἀπό τίς κακίες καί τά πάθη. Χωρίς τήν «κάθαρση»τῆς καρδιᾶς, δηλαδή, τή μετάνοια, δέν μπορεῖ νά κοινωνήσει κάποιος τό Ἀναστάσιμο Φῶς. 

Μετάνοια εἶναι ἡ ὑπέρβαση τῆς ἁμαρτίας, τῆς αἰτίας κάθε θανάτου μας. Αὐτό μᾶς ὑπενθυμίζει διαρκῶς ὁ περίεργος στά ὦτα τῶν ἀμύητων μοναστηριακός λόγος: «Ἑἂν πεθάνεις πρίν πεθάνεις, δέν θά πεθάνεις ὅταν πεθάνεις»!

Χριστός Ἀνέστη!...



Σχόλιο Λόγος Φωτός: H θέα του Αναστάντος Χριστού συνεχίζεται σε ολόκληρη την ζωή της ανθρωπότητος. Πάντοτε δια μέσου των αιώνων υπάρχουν μάρτυρες της Αναστάσεως του Χριστού. Η Ορθόδοξη Εκκλησία, που είναι το αναστημένο Σώμα του Χριστού, προσφέρει την εμπειρία της Αναστάσεως. Yπάρχουν πολλοί που πιστεύουν στην Ανάσταση, αλλά είναι λίγοι εκείνοι που βλέπουν κάθε ώρα τον Αναστάντα Χριστό λαμπροφορούντα, και απαστράπτοντα... 

Όταν ο άνθρωπος καθαρθεί και πλησιάσει στο μνημείο της καρδίας του, τότε θα δει τον λίθο της πωρώσεως της ασάφειας του λόγου να σηκώνεται. Θα δει τους αγγέλους, δηλαδή την συνείδησή του, να του αναγγέλλουν ότι αναστήθηκε μέσα του ο νεκρωθείς λόγος της αρετής και της γνώσεως, αλλά ακόμη θα αξιωθεί να δει την εμφάνιση και αυτού του ίδιου του Θεού Λόγου… ~ Μητροπολίτης Ναυπάκτου & Αγίου Βλασίου Ιερόθεος Βλάχος


«Θανάτου εορτάζομεν νέκρωσιν...»
Τοῦ Πρωτοπρεσβυτέρου π. Γεωργίου Μεταλληνοῦ, Ὁμοτ.
 Καθηγ. Θεολογικῆς Σχολῆς Πανεπ. Ἀθηνῶν


Τρίτη, 3 Απριλίου 2018

Ποιος σε πλήγωσε Χριστέ μου;... ~ Άγιος Ιάκωβος Τσαλίκης

Ποιος σε πλήγωσε Χριστέ μου;...
Άγιος Ιάκωβος Τσαλίκης


Μιά γυναῖκα λέει μιά φορά: «Πῆγα νά ἀνάψω τά καντήλια σέ ἕνα ᾿ξωκκλήσι καί λιβάνισα». Ξέρετε, καμμιά φορά ἔχουν οἱ γυναῖκες καί τήν περιέργεια νά μπαίνουν στό ἅγιο Βῆμα, στό Ἱερό, καί κοιτάζει πού λέτε αὐτή ἡ γυναῖκα ἀπό τό ἅγιο Βῆμα καί βλέπει ἕνα παλληκάρι μέ ξανθά μαλλιά, ἕναν λεβέντη μέ τά μαλλιά του, μέ συγχωρεῖτε, ἔτσι ἐδῶ ἀνοιγμένα καί τά γενάκια του ἐδῶ χωρισμένα καί τόν βλέπει πάνω στήν Ἁγία Τράπεζα.

«Πιδήμ᾿, λέει, τί κάνεις ᾿δῶ μέσα στήν Ἁγία Τράπεζα; Στό ἅγιο Βῆμα; Βγές, πιδήμ᾿, ἔξω».

Καί τῆς λέει ἐκεῖνο: 
«Δική μου εἶναι ἡ Ἁγία Τράπεζα καί ἐγώ τήν ὁρίζω».

Ξαφνικά, ὅπως τό κοίταζε ἡ γυναῖκα τό παιδί, τοῦ λέει:

«Πιδήμ᾿, δέν μοῦ λές; Ποιός σέ πλήγωσε καί τά χέρια σου εἶναι ἀπό καρφιά καί τρέχουν αἵματα; Βλέπω πληγές στά χέρια σου καί στά πόδια σου».

«Ἔδῶ στό πλευρό σου, παιδάκιμ᾿, λέει, στό σκότισ᾿ (συκώτι σου), παιδάκιμ᾿, στό πνευμόνι σου, ποιός σέ χτύπησε, πιδήμ᾿, μέ τό μαχαίρι κι πέρα;»

«Ποιός σέ πλήγωσε;» (Τοῦ ) ἔλεγε ἡ γυναἶκα, ( ἦταν ) μιά ἁπλή γυναικούλα. Ὅμως αὐτή εἶδε ζωντανό τόν ἴδιο τόν Θεό!...

«Ἐσύ μέ πλήγωσες», τῆς λέει, καί εἶμαι πληγωμένος.

Ἔκανε τόν σταυρό της ἡ γυναῖκα καί ἐφυγε, ἁπλή γυναῖκα ἀπό χωριουδάκι.

Ἔπειτα ἀπό παρέλευση ἑνός χρόνου, ἦρθε στήν Μονή καί μοῦ λέει: «ἔτσι καί ἔτσι, πάτερ μου. Τί εἶναι αὐτό τό «ἐσύ μέ πλήγωσες;» μπορεῖς νά μοῦ τό ἐξηγήσεις αὐτό; Αὐτό εἶναι μεγάλο, δέν θά μπορῆς νά μοῦ τό ἐξηγήσεις, θά πάω σέ κανέναν μεγάλο».

«Ἀκουσε, παιδί μου, νά σοῦ τό ἐξηγήσω», τῆς λέω.



«Ἐσύ μέ πλήγωσες» εἶναι οἱ ἁμαρτίες οἱ δικές σου, οἱ ἁμαρτίες οἱ δικές μου, οἱ ἁμαρτίες τοῦ κόσμου, πού μέ τίς ἁμαρτίες μας Τόν πληγώσαμε καί Τόν ἀνεβάσαμε πάνω στόν Σταυρό καί ἔχυσε τό Πανάγιο Του αἷμα»...

Ποιος σε πλήγωσε Χριστέ μου;...
Άγιος Ιάκωβος Τσαλίκης

Από το βιβλίο: «Ο Γέρων Ιάκωβος» 
(διηγήσεις – νουθεσίες – μαρτυρίες), 
εκδ. «Ενωμένη Ρωμιοσύνη», σειρά: Ορθόδοξο Βίωμα 4,
 Θεσσαλονίκη 2016, σελ. 66-67.

Πηγή: http://perivolipanagias.blogspot.gr/2017/11/blog-post_575.html

Κυριακή, 1 Απριλίου 2018

«Δέσποινα, μη μ' εγκαταλείπεις!...» ~ Οσία Μαρία η Αιγυπτία

 «Δέσποινα, μη μ' εγκαταλείπεις!...»
Η οσία Μαρία η Αιγυπτία διηγείται στον αββά
 Ζωσιμά τη ζωή της…

Απόσπασμα από το βίο της οσίας Μαρίας της Αιγυπτίας 
του πατριάρχου Ιεροσολύμων Σωφρονίου (560–638). 


«Αδελφέ μου, εγώ είμαι από την Αίγυπτο. Έφτασα δώδεκα χρονών και, αν και είχα γονείς, αδιαφορώντας γι’ αυτούς, τους παράτησα και ήρθα στην Αλεξάνδρεια». 

«Για περισσότερα από δεκαεφτά χρόνια – συγχώρα με! – ήμουν για τον κόσμο μια ολοφάνερη πρόκληση της λαγνείας. Μοναδική μου επιθυμία ήταν να κυλιέμαι στο βούρκο της αμαρτίας, χωρίς τελειωμό».

«Έφτασα στα Ιεροσόλυμα μαζί με άλλους προσκυνητές. Χρήματα δεν είχα. “Έχω το κορμί μου και ας πάρουν αυτό αντί για ναύλα”, είπα. Και σε κάποιους νεαρούς γύρισα και είπα: “Πάρτε με μαζί σας, όπου κι αν πηγαίνετε, και δεν θα το μετανιώσετε!”. Ξεστόμισα κι άλλα, ακόμη πιο βρώμικα λόγια, και όλοι τους ξέσπασαν σε γέλια. Δεν έμεινε ακολασία που να μπορεί ή να μη μπορεί να την ξεστομίσω και να μη τους τη δασκάλεψα». 

«Με τέτοιες ασχολίες φτάσαμε τελικά στα Ιεροσόλυμα. Τις μέρες που πέρασα στην πόλη πριν τη γιορτή της Υψώσεως του Τιμίου Σταυρού, στις 14 Σεπτεμβρίου, τις ξόδεψα με τον ίδιο τρόπο και ακόμα χειρότερα, γιατί μαγάρισα πολλούς άλλους ντόπιους και ξένους». 

«Όταν έφτασε η αγία γιορτή της Υψώσεως του Σταυρού, έφτασα στην αυλή του ναού πάνω στην ώρα ακριβώς της θείας Ύψωσης. Μόλις πάτησα το κατώφλι της εισόδου του ναού και ενώ όλοι οι άλλοι έμπαιναν ελεύθερα, εμένα κάποια θεία δύναμη με σταματούσε, απαγορεύοντάς με να τη διαβώ».

Παναγία η Εγγυήτρια, η εικόνα την οποία έβαλε εγγυήτρια της αποχής της από τον πρότερο
αμαρτωλό βίο η Οσία Μαρία η Αιγυπτία. Βρίσκεται στό Νότιο ἄκρο τοῦ Ἁγίου Ὄρους, στο
σπήλαιο του Αγίου Αθανασίου του Αθωνίτου, στην Αθωνίτικη Βίγλα, 
στο παρεκκλήσιο του Ακαθίστου Ύμνου.

Λάζαρος είναι ο καθένας από μας ~ † Αρχιμ. Γεώργιος Καψάνης

Λάζαρος είναι ο κάθε ένας από μας
† Αρχ. Γεώργιος Καψάνης, Προηγούμενος Ι.
 Μ. Γρηγορίου Αγίου Όρους


Ο Απόστολος Παύλος, ο φωτιστής της Οικουμένης, το στόμα του Χριστού, μας δίδαξε ότι η Εκκλησία είναι το Σώμα του Χριστού. Ο Χριστός μας κάνει μέλη δικά Του και έτσι μετέχουμε στη δική Του θεϊκή ζωή.

Τα άγια Μυστήρια και ιδίως το άγιο Βάπτισμα και η θεία Κοινωνία μας συσσωματώνουν στον Χριστό. Όλη έπειτα η ζωή της Εκκλησίας μάς βοηθεί να μείνουμε ενωμένοι στο Σώμα του Χριστού και να είμαστε ζωντανά και υγιά μέλη Του.

Ο Χριστιανός όμως που αποκόπτεται από την Εκκλησία νεκρώνεται πνευματικά, διότι δεν ζωοποιείται από τη ζωή του Χριστού.

Χριστιανός δεν είναι όποιος δέχεται τον Χριστιανισμό σαν ιδεολογία ή ηθική, αλλά όποιος είναι ενωμένος με τον Χριστό μέσα στο Σώμα Του. 

Γι’ αυτό οι άγιοι Πατέρες τονίζουν ότι εκτός της Εκκλησίας δεν υπάρχει σωτηρία. Η θεία Λειτουργία είναι το κέντρο της εκκλησιαστικής μας ζωής. Ο ίδιος ο Χριστός προσφέρεται σε μας εις βρώσιν, με το Σώμα και το Αίμα Του, ώστε να ενωθούμε μαζί Του.

Εκτός από τη θεία Λειτουργία οι πιστοί συνερχόμαστε και άλλες ώρες στην Εκκλησία για να λατρεύσουμε τον ουράνιο Πατέρα μας, τον εσταυρωμένο και αναστάντα Λυτρωτή μας και το Πανάγιο Πνεύμα.

Ο Εσπερινός, το Απόδειπνο, το Μεσονυκτικό, ο Όρθρος, οι Ώρες, μας προετοιμάζουν για τη θεία Λειτουργία, μας βοηθούν να ζούμε στο πνεύμα της θείας Λειτουργίας και μπολιάζουν τον πρόσκαιρο χρόνο της επίγειας ζωής μας στην αιωνιότητα της Βασιλείας του Θεού.

Μέσα στις κατανυκτικές Ακολουθίες της Μεγάλης Τεσσαρακοστής βαθμιαία οδηγούμαστε στη μετάνοια, στην ταπείνωση, στην κάθαρση, στη συσταύρωση και συνανάσταση με τον Χριστό. 

Χωρίς αυτή την προετοιμασία και συμμετοχή στα άγια Πάθη και τη λαμπροφόρο Ανάσταση εορτάζουμε εξωτερικά και τυπικά.


Μένουμε κατά τον άγιο Γρηγόριο τον Παλαμά «ανέραστοι προς τον αυτοπτικόν και αυτονόητον εκείνον έρωτα». Χριστιανισμός χωρίς θείο έρωτα, δεν αναπαύει και δεν ξεδιψά κατά βάθος τον βαθύ λυτρωτικό πόθο του ανθρώπου...

Ως παράδειγμα του τρόπου με τον οποίο η Εκκλησία μάς προετοιμάζει με τους γεμάτους από την Χάρη του Αγίου Πνεύματος ύμνους της θα αναφέρουμε το στιχηρό του Εσπερινού της Τετάρτης προ των Βαΐων:

«Μάρθαν και την Μαρία πιστοί, εκμιμησάμενοι προς Κύριον πέμψωμεν, ενθέους ως πρέσβεις πράξεις, όπως ελθών τον ημών, νουν εξαναστήση, νεκρόν κείμενον, δεινώς εν τω μνήματι, αμελείας αναίσθητον, φόβου του θείου, μηδαμώς αισθανόμενον, και ενέργειαν, ζωτικήν νυν μη έχοντα, κράζοντες· Ίδε Κύριε, και ώσπερ τον φίλον σου, Λάζαρον πάλαι Οικτίρμον, επιστασία εξήγειρας, φρικτή, ούτω πάντας, ζωοποίησον παρέχων το μέγα έλεος».

Ας μιμηθούμε τη Μάρθα και τη Μαρία που έστειλαν και κάλεσαν τον Ιησού για να σώσει τον ετοιμοθάνατο αδελφό τους Λάζαρο. 

Έχουμε και εμείς κάποιον που κείται φοβερά νεκρός. Τον νου μας. Από την αμέλεια είναι αναίσθητος, καθόλου δεν αισθάνεται τον φόβο του Θεού, δεν έχει ενέργεια ζωτική, δηλαδή τη θεία Χάρη. 

Ας στείλουμε σαν πρεσβευτές, για να καλέσουν τον Ιησού, τις ένθεες πράξεις μας φωνάζοντας: «Δες, Κύριε, και όπως παλιά, Οικτίρμον, τον φίλο σου Λάζαρο με φρικτή φροντίδα ανέστησες, έτσι και όλους ζωοποίησέ μας παρέχοντας το μέγα σου έλεος».

Σ’ όλη την Στ’ Εβδομάδα των Νηστειών συμπορευόμαστε με τον Ιησού προς τον άρρωστο και μετά νεκρό Λάζαρο.





Λάζαρος όμως είναι ο κάθε ένας από μας που έχει άμεση, καθημερινή ανάγκη από τον Νικητή του θανάτου...

Ο νους μας χωρισμένος από τον Θεό προσκολλάται εμπαθώς στα φθαρτά πράγματα. Έτσι σκορπίζεται και νεκρώνεται. Δεν μπορεί πια να ηγεμονεύει στην όλη μας ύπαρξη. Και χωρίς τον ηγεμόνα και φωτισμένο νου ο άνθρωπος γίνεται υπόδουλος στα πάθη και στους δαίμονες. «Νους αποστάς του Θεού», κατά τον άγιο Γρηγόριο τον Παλαμά, «ή κτηνώδης γίνεται ή δαιμονιώδης».

Μπορούμε μόνοι μας να αναστήσουμε τον νεκρό νου μας και έτσι να ελευθερωθούμε από την φιλαυτία και τον εγωισμό; Ο Ιησούς, ο Θεάνθρωπος, ο μόνος Νικητής του θανάτου μάς ανιστά τώρα από την εμπαθή, εγωκεντρική, θανατηφόρο ζωή και θα αναστήσει και τα σώματά μας, όπως του Λαζάρου, κατά την δευτέρα Του Παρουσία και την εξανάσταση.

Γι’ αυτό το Σάββατο του Λαζάρου και την Κυριακή των Βαΐων ψάλλουμε παγχαρμόσυνα: «Την κοινήν ανάστασιν προ του σου πάθους πιστούμενος, εκ νεκρών ήγειρας τον Λάζαρον, Χριστέ ο Θεός· όθεν και ημείς, ως οι παίδες, τα της νίκης σύμβολα φέροντες, σοι τω νικητή του θανάτου βοώμεν· Ωσαννά εν τοις υψίστοις, ευλογημένος ο ερχόμενος, εν ονόματι Κυρίου».

Σήμερα δυστυχώς ακόμη και οι εκκλησιαζόμενοι Χριστιανοί, περιορίζονται στην παρακολούθηση της θείας Λειτουργίας της Κυριακής και των μεγάλων εορτών, αδιαφορώντας για συμμετοχή στους Εσπερινούς και τους Όρθρους. Αυτό γίνεται όχι μόνο από έλλειψη χρόνου, αλλά και από άγνοια του τι σημασία μπορεί να έχει η τακτική συμμετοχή στη λατρεία της Εκκλησίας.

Έτσι δεν αφηνόμαστε στην Εκκλησία να μας νυμφαγωγεί στον Νυμφίο της Χριστό, να μας αλλοιώνει με την καλή και θεοπρεπή αλλοίωση, να μας μορφώνει εν Χριστώ, δηλαδή να μας δίνει τη μορφή του Χριστού ώστε να γίνουμε σύμμορφοι με την εικόνα του Υιού του Θεού (Ρωμ. 8:29).

Μένοντας έξω από τη λειτουργική ζωή της Εκκλησίας αδικούμε πολύ τον εαυτό μας. Εμποδίζουμε την Εκκλησία να μας βοηθήσει να συσταυρωθούμε και να συναναστηθούμε με τον Χριστό. Ουσιαστικά μένουμε χωρίς Χριστό και γι’ αυτό χωρίς ανάσταση, χωρίς χαρά, χωρίς ειρήνη και χωρίς αγάπη.

Ο κόσμος που ζούμε κάθε μέρα μας δηλητηριάζει με το πνεύμα της φιλαυτίας, της απιστίας, του εγωισμού και μας χωρίζει από τον Θεό και τους αδελφούς μας. Εισερχόμενοι στην Εκκλησία και μετέχοντας στη ζωή της αναπνέουμε έναν άλλο αέρα, ζούμε σ’ έναν άλλο κόσμο, τον κόσμο της αγάπης, της φιλοθεΐας και φιλανθρωπίας. 


Καταλαβαίνουμε την αρρώστια μας, ελευθερωνόμαστε από τη νεκρή ζωή του κόσμου και γεμίζουμε από την αληθινή ζωή του Χριστού...

Μεγάλη λοιπόν βοήθεια είναι για όλους μας η συχνή και συνειδητή συμμετοχή μας στη λατρεία της Εκκλησίας μας. Όταν στερούμαστε τη δυνατότητα του εκκλησιασμού μπορούμε να διαβάζουμε τις Ακολουθίες στα σπίτια μας, όπως τον Όρθρο, τον Εσπερινό και το Απόδειπνο. Έτσι ζούμε και λατρεύουμε τον Θεό όχι ατομικά, αλλά εκκλησιαστικά «συν πάσι τοις αγίοις».

Ο φιλάνθρωπος Κύριός μας Ιησούς Χριστός πορεύεται προς τον εκούσιο θάνατο. «Δεῦτε οὖν καί ἡμεῖς,» (γινόμενοι συνειδητά μέλη του Σώματος του Χριστού) «κεκαθαρμέναις διανοίαις, συμπορευθῶμεν αὐτῷ, καί συσταυρωθῶμεν, καί νεκρωθῶμεν δι' αὐτόν, ταῖς τοῦ βίου ἡδοναῖς· ἵνα καί συζήσωμεν αὐτῷ…».

Τι καλύτερη ευχή έχουμε να απευθύνουμε προς τους αδελφούς μας και προς τον εαυτό μας! Να συσταυρωθούμε και συναναστηθούμε με τον γλυκύτατο Κύριο Ιησού...


Λάζαρος είναι ο κάθε ένας από μας 
† Αρχ. Γεώργιος Καψάνης, Προηγούμενος Ι.
 Μ. Γρηγορίου Αγίου Όρους

Από το περιοδικό «Ο ΟΣΙΟΣ ΓΡΗΓΟΡΙΟΣ», 
Έκδ. Ι. Μ. Οσίου Γρηγορίου Αγίου Όρους, τ. 10 (1985), 
άρθρο: «Η Εκκλησία νυμφαγωγός των πιστών στον 
σταυρωθέντα και αναστάντα Κύριο», σελ. 42





Δευτέρα, 26 Μαρτίου 2018

Ο Ευαγγελισμός της Θεοτόκου ~ Μητρ. Ναυπάκτου Ιερόθεου Βλάχου

    Ο Ευαγγελισμός της Θεοτόκου 
Μητροπ. Ναυπάκτου & Αγ. Βλασίου Ιερόθεου Βλάχου

«Σήμερον τῆς σωτηρίας ἡμῶν τό Κεφάλαιον, καί τοῦ ἀπ᾽ αἰῶνος 
Μυστηρίου ἡ φανέρωσις· ὁ Υἱός τοῦ Θεοῦ, Υἱός τῆς Παρθένου γίνεται, 
καί Γαβριήλ τήν χάριν εὐαγγελίζεται. Διό καί ἡμεῖς σύν αὐτῷ τῇ Θεοτόκῳ
 βοήσωμεν· Χαῖρε Κεχαριτωμένη, ὁ Κύριος μετά σοῦ».


Η εορτή του Ευαγγελισμού της Θεοτόκου είναι Δεσποτικο-θεομητορική εορτή. Αυτό σημαίνει ότι είναι Δεσποτική επειδή αναφέρεται στον Δεσπότη Χριστό, ο οποίος συνελήφθη στην γαστέρα της Θεοτόκου, και θεομητορική εορτή επειδή αναφέρεται στο πρόσωπο εκείνο που συνετέλεσε στην σύλληψη και την ενανθρώπηση του Λόγου του Θεού, δηλαδή την Παναγία. 

Η Θεοτόκος Μαρία έχει μεγάλη αξία και σπουδαία θέση στην Εκκλησία, ακριβώς γιατί ήταν το πρόσωπο εκείνο που περίμεναν όλες οι γενεές, και αυτή έδωσε στον Λόγο του Θεού την ανθρώπινη φύση. Έτσι, το πρόσωπο της Θεοτόκου συνδέεται στενά με το Πρόσωπο του Χριστού. Και η αξία της Παναγίας δεν οφείλεται μόνον στις αρετές της, αλλά κυρίως στον καρπό της κοιλίας της. Γι’ αυτό, η Θεοτοκολογία συνδέεται στενότατα με την Χριστολογία. 

Όταν κάνουμε λόγο για τον Χριστό δεν μπορούμε να αγνοήσουμε αυτήν που του έδωσε σάρκα, και όταν κάνουμε λόγο για την Παναγία, αναφερόμαστε ταυτόχρονα και στον Χριστό, γιατί από Αυτόν αντλεί Χάρη και αξία. Αυτό φαίνεται καθαρά στην ακολουθία των Χαιρετισμών, στην οποία υμνείται η Θεοτόκος, αλλά πάντοτε σε συνδυασμό με το ότι είναι μητέρα του Χριστού: «Χαίρε ότι υπάρχεις βασιλέως καθέδρα, χαίρε ότι βαστάζεις τον βαστάζοντα πάντα». Αυτός ο σύνδεσμος Χριστολογίας και Θεοτοκολογίας φαίνεται και στην ζωή των αγίων. 

Ένα χαρακτηριστικό γνώρισμα των αγίων, που είναι τα πραγματικά μέλη του Σώματος του Χριστού, είναι ότι αγαπούν την Παναγία. Είναι αδύνατον να υπάρχει άγιος ο οποίος δεν την αγαπά...

«Ευαγγελίζου γη χαράν μεγάλην, αινείτε Ουρανοί Θεού την δόξαν»

α) Τι σημαίνει ευαγγελισμός

Ο Ευαγγελισμός της Θεοτόκου είναι η αρχή όλων των Δεσποτικών εορτών. Στο απολυτίκιο της εορτής ψάλλουμε: «σήμερον της σωτηρίας ημών το κεφάλαιον και του απ’ αιώνος μυστηρίου η φανέρωσις…». Το περιεχόμενο της εορτής αναφέρεται στο γεγονός κατά το οποίο ο αρχάγγελος Γαβριήλ – ο άγγελος εκείνος με τον οποίο συνδέονται όλα τα γεγονότα που έχουν σχέση με την ενανθρώπηση του Χριστού – επισκέφθηκε με εντολή του Θεού την Παναγία και την πληροφόρησε ότι έφθασε ο καιρός της σαρκώσεως του Λόγου του Θεού, και ότι αυτή θα γίνει η μητέρα Του (βλ. Λουκά α’, 26-56). 

Η λέξη «ευαγγελισμός» αποτελείται από δύο επί μέρους λέξεις, ήτοι εύ και αγγελία, και δηλώνει την καλή είδηση, την καλή αγγελία. Πρόκειται για την πληροφορία που δόθηκε δια του αρχαγγέλου ότι ο Λόγος του Θεού θα ενανθρωπήσει για την σωτηρία του ανθρώπου. Ουσιαστικά πρόκειται για την εκπλήρωση της υποσχέσεως του Θεού, που δόθηκε μετά την πτώση του Αδάμ και της Εύας (βλ. Γεν. γ’, 15), η οποία λέγεται πρωτευαγγέλιο. Γι’ αυτό, η πληροφορία της ενανθρωπήσεως του Λόγου του Θεού είναι η μεγαλύτερη είδηση μέσα στην ιστορία. 

Κατά τον άγιο Μάξιμο τον Ομολογητή, το ευαγγέλιο του Θεού είναι πρεσβεία του Θεού και παράκληση στους ανθρώπους δια του σαρκωθέντος Υιού Του. Παράλληλα είναι και η καταλλαγή των ανθρώπων με τον Πατέρα, ο Οποίος δίνει ως μισθό την αγέννητη θέωση σε αυτούς που υπακούουν στον Χριστό. 

Η θέωση λέγεται αγέννητη γιατί δεν γεννάται, αλλά φανερώνεται στους αξίους. Επομένως, η θέωση που προσφέρεται δια του ενανθρωπήσαντος Χριστού δεν είναι γέννηση, αλλά φανέρωση δια της ενυποστάτου ελλάμψεως σε αυτούς που είναι άξιοι αυτής της αποκαλύψεως. 

Η καλή αγγελία, το ευαγγέλιο, ο ευαγγελισμός είναι διόρθωση των γεγονότων που έγιναν στην αρχή της δημιουργίας του ανθρώπου, στον αισθητό Παράδεισο της Εδέμ. 

Εκεί από γυναίκα άρχισε η πτώση και τα αποτελέσματά της, εδώ από γυναίκα άρχισαν όλα τα αγαθά. Έτσι, η Παναγία είναι η νέα Εύα. Εκεί υπήρχε ο αισθητός Παράδεισος, εδώ η Εκκλησία. Εκεί ο Αδάμ, εδώ ο Χριστός. Εκεί η Εύα, εδώ η Μαρία. Εκεί ο όφις, εδώ ο Γαβριήλ. Εκεί ο ψιθυρισμός του δράκοντος-όφεως στην Εύα, εδώ ο χαιρετισμός του αγγέλου στην Μαρία (Ιωσήφ Βρυέννιος). Με αυτόν τον τρόπο διορθώθηκε το σφάλμα του Αδάμ και της Εύας.

«Χαίροις μετά Θεόν η θεός, τα δευτερεία της Τριάδος η έχουσα»
~ Άγιος Ανδρέας Κρήτης

β) Η θέωση της Παναγίας

Ο αρχάγγελος Γαβριήλ απεκάλεσε την Παναγία «κεχαριτωμένη«. Της είπε: «Χαίρε, κεχαριτωμένη, ο Κύριος μετά σού, ευλογημένη συ εν γυναιξίν» (Λουκ. α’, 28-29). Η Παναγία αποκαλείται «κεχαριτωμένη» και χαρακτηρίζεται «ευλογημένη», αφού ο Θεός είναι μαζί της. Κατά τον άγιο Γρηγόριο τον Παλαμά, και άλλους αγίους Πατέρας, η Παναγία είχε ήδη χαριτωθεί, και δεν χαριτώθηκε την ημέρα του Ευαγγελισμού. 

Παραμένοντας μέσα στα άγια των αγίων του Ναού, έφθασε στα άγια των αγίων της πνευματικής ζωής, που είναι η θέωση. 

Εάν το προαύλιο του Ναού προοριζόταν για τους προσηλύτους και εάν ο κυρίως Ναός για τους ιερείς, τα άγια των αγίων προορίζονταν για τον αρχιερέα. Εκεί εισήλθε η Παναγία, δείγμα ότι έφθασε στην θέωση. 

Είναι γνωστόν ότι στην χριστιανική εποχή ο νάρθηκας προοριζόταν για τους κατηχουμένους και τους ακαθάρτους, ο κυρίως ναός για τους φωτισθέντας, τα μέλη της Εκκλησίας, και τα άγια των αγίων γι’ αυτούς που έφθασαν στην θέωση. Έτσι, η Παναγία είχε φθάσει στην θέωση και πριν ακόμη δεχθεί την επίσκεψη του αρχαγγέλου. 

Για τον σκοπό αυτό χρησιμοποίησε μια ειδική μέθοδο Θεογνωσίας και Θεοκοινωνίας, όπως ερμηνεύει θαυμάσια και θεόπνευστα ο άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς. Πρόκειται για την ησυχία, την ησυχαστική οδό. 

Κατάλαβε η Παναγία ότι δεν μπορεί κανείς να φθάσει στον Θεό με την λογική, την αίσθηση, την φαντασία και την ανθρώπινη δόξα, αλλά δια του νου. Έτσι νέκρωσε όλες τις δυνάμεις της ψυχής που προέρχονται από την αίσθηση, και δια της νοεράς προσευχής ενεργοποίησε τον νου. 

Με αυτόν τον τρόπο έφθασε στην έλλαμψη και την θέωση. 

Και γι’ αυτό αξιώθηκε να γίνει Μητέρα του Χριστού, να δώσει την σάρκα της στον Χριστό. Δεν είχε απλώς αρετές, αλλά την θεοποιό Χάρη του Θεού. Η Παναγία είχε το πλήρωμα της Χάριτος του Θεού, συγκριτικά με τους ανθρώπους. Βέβαια, ο Χριστός, ως Λόγος του Θεού, έχει όλο το πλήρωμα των Χαρίτων, αλλά και η Παναγία έλαβε το πλήρωμα της Χάριτος από το πλήρωμα των Χαρίτων του Υιού της. 

Γι’ αυτόν τον λόγο σε σχέση με τον Χριστό είναι κατώτερη, αφού ο Χριστός είχε την Χάρη κατά φύσιν, ενώ η Παναγία κατά μετοχήν, σε σχέση όμως με τους ανθρώπους είναι ανώτερη. Η Παναγία είχε το πλήρωμα της Χάριτος, εκ του πληρώματος των Χαρίτων του Υιού της, προ της συλλήψεως, κατά την σύλληψη και μετά την σύλληψη. 

Προ της συλλήψεως το πλήρωμα της Χάριτος ήταν τέλειο, κατά την σύλληψη ήταν τελειότερο, και μετά την σύλληψη ήταν τελειότατο (άγ. Νικόδημος αγιορείτης). Με αυτόν τον τρόπο η Παναγία ήταν παρθένος κατά το σώμα και παρθένος κατά την ψυχή. Και αυτή η σωματική της παρθενία είναι ανώτερη και τελειότερη από την ψυχική παρθενία των αγίων, που επιτυγχάνεται με την ενέργεια του Παναγίου Πνεύματος.

Σάββατο, 24 Μαρτίου 2018

«Χαῖρε Μαρία...»

«Χαῖρε Μαρία...» ~ Ἀπόσπασμα ἐκ τοῦ βιβλίου 
«Ἁμαρτωλῶν Σωτηρία»


Ένας Χριστιανός ονόματι Ιωάννης ήταν πολύ ευλαβής και πλούσιος, αλλά αγράμματος. Είχε λίγη περιουσία, την μοίρασε όλη στους φτωχούς και πήγε στο Μοναστήρι. Όμως στενοχωριόταν επειδή δεν ήξερε να διαβάζει προσευχές όπως οι άλλοι μοναχοί, γιατί είχε δύσκολο νου και δεν έπαιρνε καθόλου τα γράμματα. Δεν γνώριζε ούτε μία ευχή να πει απ’ έξω, ούτε το Πάτερ Ημών.

Οι πατέρες προσπάθησαν να του μάθουν γράμματα, του ερμήνευσαν προσευχές, ψαλμούς. Δεν μπορούσε να μάθει τίποτα.

Κάποιος όμως έμπειρος και ενάρετος γέροντας προσφέρθηκε τότε να τον βοηθήσει. Του διάβασε μια-μια λοιπόν όλες τις ευχές και τον ρώτησε ποια του φαινόταν ωραιότερη για να την μάθει.

Πιο πολύ μ’ αρέσει, λέει, το «Θεοτόκε Παρθένε»Και ο ενάρετος αυτός μοναχός έβαλε κόπο πολύ και του 'μαθε την ωραία αυτή ευχή προς την γλυκιά μας Παναγία:

«Θεοτόκε Παρθένε, Χαῖρε κεχαριτωμένη Μαρία, ὁ Κύριος μετά σοῦ, εὐλογημένη, σύ ἐν γυναιξί, καί εὐλογημένος ὁ καρπός τῆς κοιλίας σου, ὅτι Σωτῆρα ἔτεκες τῶν ψυχῶν ἡμῶν».

Όταν με την συνεχή επανάληψη και την πολυκαιρία επιτέλους την αποστήθισε, ο αμαθής μοναχός χάρηκε πολύ, σαν να απέκτησε θησαυρό πολύτιμο και την έλεγε ασταμάτητα εκατοντάδες φορές την μέρα και την νύχτα και στις αγρυπνίες και παντού. 

Τα χείλη του συνεχώς εκινούντο. Απέφευγε να λέγει λόγια περιττά και απομακρυνόταν από τους άλλους μοναχούς για να λέει όλο και περισσότερο την προσευχή αυτή και να απολαμβάνει την γλυκύτητά της.

- Γιατί μας αποφεύγεις ευλογημένε; Του είπε μια ημέρα ένας αδελφός. 

- Για να λέω κάποτε-κάποτε το «Χαῖρε Μαρία...» αδελφέ μου, γιατί είμαι αμαρτωλός. 

Από τότε λοιπόν οι πατέρες χαϊδευτικά τον πείραζαν και τον έλεγαν «Χαῖρε Μαρία...» και όχι με το όνομά του. Έλα εδώ «Χαῖρε Μαρία...», πήγαινε εκεί «Χαῖρε Μαρία...», κάνε τούτο «Χαῖρε Μαρία...», κάνε το άλλο...

Ετούτος όμως ο μακάριος τα δεχόταν όλα με χαρά και αγαλλίαση...

Έλεγε λοιπόν αδιάκοπα για πολλά χρόνια και με πολύ ευλάβεια την αγία αυτή ευχή στην Υπεραγία Θεοτόκο, ως την ώρα της κοιμήσεώς του, που χωρίστηκε η μακαρία και ευλογημένη ψυχή του απ’ το σώμα του.

Οι μοναχοί κατά τον θάνατό του, καθώς διάβαζαν το ψαλτήριο και εν συνεχεία την νεκρώσιμο ακολουθία του, αισθάνθηκαν όλοι τους μια άρρητη ευωδία που προερχόταν από το ιερό του λείψανο και γι’ αυτόν τον λόγο τον ενταφίασαν σε έναν ξεχωριστό τόπο πίσω από το Άγιον Βήμα.

Η ευωδία αυτή όχι μόνο δεν λιγόστεψε μετά την ταφή αλλά καθημερινά και αυξάνετο. Την ενάτη μέρα όταν πήγαν με τον Ηγούμενο να του διαβάσουν τρισάγιο και να τον μνημονεύσουν, είδαν ένα παράδοξο θαύμα και απόρησαν όλοι.

Είχε φυτρώσει στον τάφο του ένας ωραιότατος κρίνος και στο κάθε φύλλο του ήσαν γραμμένα με χρυσά γράμματα οι λέξεις: «Χαῖρε Κεχαριτωμένη Μαρία»Η ευωδία του κρίνου εκείνου δεν έμοιαζε με την μοσχοβολιά κανενός επίγειου άνθους. 

Τότε ο Ηγούμενος είπε στους αδελφούς: «Πατέρες μου από αυτό το θαυμάσιο, ας γνωρίσουμε πόση αγιοσύνη είχε τούτος ο τρισμακάριος και πόσο πόθο και αγάπη έτρεφε προς την Κυρία μας του ουρανού την Υπεραγία Θεοτόκο. Ασφαλώς η ρίζα αυτή του κρίνου θα βρίσκεται βαθιά στην καρδιά του».

Όταν πέρασαν τα τρία χρόνια στην εκταφή, όπως μας διασώζει η ευσεβής παράδοσις, είδαν με τα μάτια τους οι μοναχοί και διαπίστωσαν ότι ο κλώνος αυτού του υπερθαύμαστου ολόλευκου κρίνου εξήρχετο απ' το στόμα του. 

Οι δε ρίζες του ήσαν ριζωμένες στην άλιωτη και ευωδιάζουσα καρδιά του. Από εκεί είχε φυτρώσει ο ιερός εκείνος κρίνος...

Όλο του το σώμα, τα οστά του δηλαδή, ήτανε λιωμένα με χρώμα κεχριμπαριού και μόνο αυτό το κομμάτι ήταν άλιωτο, πράγμα το οποίον το βλέπουμε και στις ημέρες μας, όταν εγένετο η εκταφή, η ανακομιδή των λειψάνων του Οσίου Λουκά, Επισκόπου Συμφερουπόλεως, ιατρού και θαυματουργού. 

Όλα ήσαν λιωμένα πλην της καρδιάς του...


Σχόλιο Λόγος Φωτός: Η Παναγία μας μεσολαβεί για να λάβουν οι μοναχοί και οι λαϊκοί νοερά προσευχή... «Δέν δίνεται ἕνα χάρισμα ἀπό τόν Θεό εἰς τόν ἄνθρωπο, εἰ μή διά μέσου τῆς Παναγίας...» ~ Όσιος γέροντας Εφραίμ Κατουνακιώτης 


Και μία συγκλονιστική μαρτυρία, για την συμβολή της Κυρίας Θεοτόκου. Την μεταλαμπάδευση του «άυλου πυρ», του Φωτός της Μεταμορφώσεως - μέσω της θαυματουργής εικόνας της Παναγίας της Πορταΐτισσας - σε προσκυνητή, που αποτέλεσε το κάλεσμα της μοναχικής του κλήσης:

«Έφτασα στη Μονή, όπου συνάντησα τους δύο συμφοιτητές μου, Κύπριοι στην καταγωγή. Άρχισε ο ένας να μου εξιστορεί πώς έγινε μοναχός. Ο ίδιος δεν είχε καμιά σκέψη να γίνει μοναχός. Μάλιστα είχε έρθει στο Άγιο Όρος κάποιες φορές, τριγύρισε, τού άρεσε, αλλά μέχρι εκεί...

Την τελευταία όμως φορά που επισκέφτηκε το Άγιο Όρος, πήγε και προσκύνησε την Παναγία στην Ιερά Μονή Ιβήρων:

- Ξαφνικά, ένοιωσα μια φωτιά να βγαίνει από την εικόνα και να μπαίνει μέσα μου.

- Και μετά τι έγινε;

- Ήρθα, στη Θεσσαλονίκη, έκατσα περίπου τρεις μήνες, αλλά δεν άντεξα άλλο...Έπρεπε να γυρίσω πίσω. Τίποτα πια δεν ήταν στη ζωή μου το ίδιο μετά από αυτό. Με πιστεύεις;

- Σε πιστεύω...»

Το πρώτο μισό του Αρχαγγελικού, Θεομητορικού χαιρετισμού, δηλαδή το «χαῖρε, κεχαριτωμένη Μαρία, ὁ Κύριος μετά σοῦ·» αποτελούν τα λόγια του Αρχαγγέλου Γαβριήλ, ενώ το δεύτερο μέρος δηλαδή το «εὐλογημένη σύ ἐν γυναιξί καί εὐλογημένος ὁ καρπός τῆς κοιλίας σου» αποτελούν τμήμα του «ασπασμού» της Ελισάβετ στην Παναγία μας, όταν η Θεοτόκος την επισκέφτηκε και έμεινε μαζί της για τρεις μήνες.

Η προσφώνηση «Θεοτόκε Παρθένε» και η κατακλείδα του ύνου «ὅτι Σωτῆρα ἔτεκες τῶν ψυχῶν ἡμῶν» αποτελούν μεταγενέστερη προσθήκη.

«Και σε μεσίτριαν έχω, προς τον φιλάνθρωπον Θεόν, μη μου ελέγξη τας πράξεις,
 ενώπιον των Αγγέλων, παρακαλώ σε, Παρθένε, βοήθησόν μοι εν τάχει...»

«Χαῖρε Μαρία...» ~ Ἀπόσπασμα ἐκ τοῦ βιβλίου
 «Ἁμαρτωλῶν Σωτηρία»